lördag

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

lördag < παλαιά σουηδικά løghardagher < παλαιά νορβηγική laugardagr < πρωτογερμανική *laugōz dagaz

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈløːrdɑːɡ/ και /ˈløːɖa/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lördag (sv)