Σάββατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Σάββατο Σάββατα
γενική Σαββάτου Σαββάτων
αιτιατική Σάββατο Σάββατα
κλητική Σάββατο Σάββατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Σάββατο < αρχαία ελληνική σάββατον < εβραϊκή, שבת (šabbāṯ) (σταματώ να εργάζομαι, σταματώ)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[]

Σάββατο ουδέτερο και Σαββάτο

  1. η έβδομη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Παρασκευή και ακολουθεί η Κυριακή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]