ψυχοσάββατο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυχοσάββατο ψυχοσάββατα
γενική ψυχοσάββατου ψυχοσάββατων
αιτιατική ψυχοσάββατο ψυχοσάββατα
κλητική ψυχοσάββατο ψυχοσάββατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοσάββατο < ψυχή + -ο- + Σάββατο (< αρχαία ελληνική σάββατον < εβραϊκή, שבת šabbāṯ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχοσάββατο ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη της κοινής νεοελληνικής[1]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]