τεθνεώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεθνεώς < αρχαία ελληνική τεθνεώς, μετοχή ενεργητικού παρακειμένου (τέθνηκα) του ρήματος θνῄσκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ο τεθνεώς, (του τεθνεώτος), η τεθνεώσα, το τεθνεός

  • (λόγιο) ο νεκρός
    • Αλλ’ όταν ζει τις τεθνεώς· όταν καρδίαν πλέον / δεν έχει, και απώλεσε παν όνειρον ωραίον, / τότε θρηνείτε. (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Στιγμαί Μελαγχολίας)
    • Εξωμολόγησεν εις τον Δεσπότην τους φόβους του, εξεμυστηρεύθη τους ενδοιασμούς του, απεκάλυψε την αδυναμιαν του, αλλ' ο γέρων τον ενουθέτησε, τον επέπληξε, τον ενεθάρρυνε, τον εβεβαίωσεν ότι θα συνηθίση και αυτός καθώς τόσοι άλλοι εις την φρίκην του θανάτου, ανύψωσε το φρόνημά του υποδεικνύων το μεγαλείον της αποστολής του ιερέως παρά την κοίτην του αποθνήσκοντος και τον λάκκον του τεθνεώτος. (Δημήτριος Βικέλας, Ο παπα-Νάρκισσος)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τεθνεώς τεθνεῶσα τεθνεώς/
(τεθνεός)
τεθνεῶτες τεθνεῶσαι τεθνεῶτα
Γενική τεθνεῶτος τεθνεώσης τεθνεῶτος τεθνεώτων τεθνεωσῶν τεθνεώτων
Δοτική τεθνεῶτι τεθνεώσῃ τεθνεῶτι τεθνεῶσι(ν) τεθνεώσαις τεθνεῶσι(ν)
Αιτιατική τεθνεῶτα τεθνεῶσαν τεθνεώς/
(τεθνεός)
τεθνεῶτας τεθνεῶσας τεθνεῶτα
Κλητική τεθνεώς τεθνεῶσα τεθνεώς/
(τεθνεός)
τεθνεῶτες τεθνεῶσαι τεθνεῶτα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τεθνεῶτε τεθνεώσᾱ τεθνεῶτε
Γενική-Δοτική τεθνεώτοιν τεθνεώσαιν τεθνεώτοιν

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τεθνεώς, τεθνεῶσα, τεθνεώς/τεθνεός

  • άλλη μορφή του τεθνηκώς (μετοχή ενεργητικού παρακειμένου του ρήματος θνῄσκω)