Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεθνεώτων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

τεθνεώτων αρσενικό ή ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

τεθνεώτων αρσενικό ή ουδέτερο