Μετάβαση στο περιεχόμενο

Samstag

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: samstag

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Samstag die Samstage
γενική des Samstags
Samstages
der Samstage
δοτική dem Samstag
Samstage
den Samstagen
αιτιατική den Samstag die Samstage

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Samstag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική samztac / sameztac < παλαιά άνω γερμανική sambaztag < γοτθική sambatō < μεσαιωνική ελληνική σάμβατον (Σάββατο) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzamstaːk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Samstag (de) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  • (τοπική ονομασία, διάλεκτος) Satertag
  • (τοπική ονομασία, διάλεκτος) Sonnabend

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Samstag στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια
Οι μέρες της εβδομάδας
Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυριακή
Montag Dienstag Mittwoch Donnerstag Freitag Samstag Sonntag

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Samstag - Duden online.
  2. Samstag - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Samstag αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023