Τρίτη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Τρίτη Τρίτες
γενική Τρίτης Τριτών
αιτιατική Τρίτη Τρίτες
κλητική Τρίτη Τρίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τρίτη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του τακτικού αριθμητικού τρίτος

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τρίτη θηλυκό

  1. η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη
  2. η τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείο
  3. η τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν, η "Ηρωική"


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]