Δευτέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Δευτέρα Δευτέρες
γενική Δευτέρας
αιτιατική Δευτέρα Δευτέρες
κλητική Δευτέρα Δευτέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δευτέρα < ελληνιστική κοινή Δευτέρα < αρχαία ελληνική δευτέρα, θηλυκό του δεύτερος (η Δευτέρα θεωρούνταν η δεύτερη μέρα της εβδομάδας)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.ˈftɛ.ɾa/

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δευτέρα θηλυκό

  1. η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας, μετά την Κυριακή και πριν την Τρίτη
    Δύσκολο το ξύπνημα τη Δευτέρα το πρωί!
  2. η δεύτερη τάξη του δημοτικού σχολείου
    Τι τάξη πηγαίνεις; - Δευτέρα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]