Μετάβαση στο περιεχόμενο

Montag

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Montag die Montage
γενική des Montags
Montages
der Montage
δοτική dem Montag
Montage
den Montagen
αιτιατική den Montag die Montage

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Montag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική mōntac / māntac < παλαιά άνω γερμανική mānotag < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική dies Lunae < (μεταφραστικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἡμέρα Σελήνης [1] [2]
Αναλύεται σε: Mond (σελήνη) + Tag (ημέρα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmoːnˌtaːk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Montag (de) αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Montag στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια
Οι μέρες της εβδομάδας
Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυριακή
Montag Dienstag Mittwoch Donnerstag Freitag Samstag Sonntag

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Montag - Duden online.
  2. Montag - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Montag αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Montag < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Montag αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023