Μετάβαση στο περιεχόμενο

Dienstag

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Dienstag die Dienstage
γενική des Dienstags
Dienstages
der Dienstage
δοτική dem Dienstag
Dienstage
den Dienstagen
αιτιατική den Dienstag die Dienstage

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Dienstag < (κληρονομημένο) μέση κάτω γερμανική dinstach / dingesdach < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική dies Martis < (μεταφραστικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἡμέρα Ἄρεως [1] [2]
Αναλύεται σε: λατινική Thingsus (λατινική ονομασία του θεού Τυρ) + Tag (ημέρα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdiːnsˌtaːk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Dienstag (de)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Dienstag στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια
Οι μέρες της εβδομάδας
Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυριακή
Montag Dienstag Mittwoch Donnerstag Freitag Samstag Sonntag

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Dienstag - Duden online.
  2. Dienstag - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Dienstag αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023