sábado

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sábado (es)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sábado (pt) αρσενικό

  1. το Σάββατο

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στα πορτογαλικά, οι μέρες γράφονται συνήθως με μικρό αρχικό.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

segunda-feira, terça-feira, quarta-feira, quinta-feira, sexta-feira, sábado, domingo