Μετάβαση στο περιεχόμενο

laŭtparolilon

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

laŭtparolilon (eo)