Μετάβαση στο περιεχόμενο

lainerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lainerie laineries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lainerie (fr) θηλυκό

  1. το εριουργείο
  2. η εριουργία