Μετάβαση στο περιεχόμενο

larme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
larme < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική lairme, lerme < λατινική lacrima.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laʁm/
τυπογραφικός συλλαβισμός: larme

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
larme larmes

larme (fr) θηλυκό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]