leech

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leech (en)

  1. (ζωολογία) η βδέλλα
  2. (μεταφορικά) ο εκμεταλλευτής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leech (en)

  1. χρησιμοποιώ ιατρικά τις βδέλλες
  2. απομυζώ (εκμεταλλεύομαι)