Μετάβαση στο περιεχόμενο

legislator

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

legislator (en)

  1. ο νομοθέτης
  2. το μέλος ενός νομοθετικού σώματος