Μετάβαση στο περιεχόμενο

let fly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
let fly <  δείτε τις λέξεις let και fly

Έκφραση

[επεξεργασία]

let fly (en)

  • (ιδιωματισμός) ρίχνομαι, επιτίθεμαι σε κάποιον χτυπώντας τον ή μιλώντας του θυμωμένος
    παράδειγμα  I have no idea why he let fly at me.
    Ούτε ξέρω γιατί μου ρίχτηκε.