Μετάβαση στο περιεχόμενο

levitation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

levitation (en)

  1. η ανύψωση ενός σώματος (με τη δύναμη του νου, με υπερφυσικό τρόπο)
  2. ο μετεωρισμός (το αποτέλεσμα του μετεωρίζω)