lew

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Lew

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɛf/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lew (pl) αρσενικό

  1. (ζωολογία) λιοντάρι
  2. (οικονομία) το λέβα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]