Μετάβαση στο περιεχόμενο

linéarité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
linéarité linéarités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

linéarité (fr) θηλυκό