loin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

loin (en)

  • η μέση, το μέρος του σώματος μεταξύ των πλευρών και των γλουτών



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

loin (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]