loo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

loo (en)

  1. (ανεπίσημο) η τουαλέτα
  2. (τζόγος) όνομα τυχερού χαρτοπαίγνιου