louange
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| louange | louanges |
louange (fr) θηλυκό
- το εγκώμιο, o εγκωμιασμός, το παίνεμα, o έπαινος
| ενικός | πληθυντικός |
| louange | louanges |
louange (fr) θηλυκό