lush

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: lash

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

lush (en)

  1. κατάφυτος
  2. πολυτελής, νόστιμος (για φαγητό)
  3. (ΗΒ, αργκό) όμορφος, σέξι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lush (en)