mam

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mam (en)



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

mam 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mam (nl)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

mam (pl)

  • έχω, α' ενικό πρόσωπο του ρήματος mieć