Μετάβαση στο περιεχόμενο

mansuétude

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mansuétude mansuétudes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mansuétude (fr) θηλυκό