meanwhile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

meanwhile (en)

  • το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο γεγονότων, το μεσοδιάστημα

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

meanwhile (en)