Μετάβαση στο περιεχόμενο

mendicité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mendicité mendicités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mendicité (fr) θηλυκό