militant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | militant |
| συγκριτικός | more militant |
| υπερθετικός | most militant |
militant (en)
- μαχητικός
The militant group has used arms and violence against the military forces of [country x] in the past.
- Η μαχητική οργάνωση έχει χρησιμοποιήσει βία και όπλα κατά των στρατιωτικών δυνάμεων της [χώρας χ] στο παρελθόν.
- στρατευμένος
The militant polititian fighting for his ideology.
- Ο στρατευμένος πολιτικός που αγωνίζεται για την ιδεολογία του.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| militant | militants |
militant (en)
- ο μαχητής, ιδιαίτερα αντίπαλος του καθεστώτος
The government has actively pursued a campaign against the militants.
- Η κυβέρνηση έχει ενεργά επιδιώξει μια εκστρατεία κατά των μαχητών.
Πηγές
[επεξεργασία]- militant (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- militant (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : //mi.li.tɑ̃//
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]militant (fr) αρσενικό