Μετάβαση στο περιεχόμενο

militant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmɪlɪtənt/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός militant
συγκριτικός more militant
υπερθετικός most militant

militant (en)

  • μαχητικός
    παράδειγμα  The militant group has used arms and violence against the military forces of [country x] in the past.
    Η μαχητική οργάνωση έχει χρησιμοποιήσει βία και όπλα κατά των στρατιωτικών δυνάμεων της [χώρας χ] στο παρελθόν.
  • στρατευμένος
    παράδειγμα  The militant polititian fighting for his ideology.
    Ο στρατευμένος πολιτικός που αγωνίζεται για την ιδεολογία του.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
militant militants

militant (en)

  • ο μαχητής, ιδιαίτερα αντίπαλος του καθεστώτος
    παράδειγμα  The government has actively pursued a campaign against the militants.
    Η κυβέρνηση έχει ενεργά επιδιώξει μια εκστρατεία κατά των μαχητών.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : //mi.li.tɑ̃//

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

militant (fr) αρσενικό