Μετάβαση στο περιεχόμενο

militant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός militant
συγκριτικός more militant
υπερθετικός most militant

militant (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
militant militants

militant (en)

  • ο μαχητής, ιδιαίτερα αντίπαλος του καθεστώτος
    παράδειγμα  The government has actively pursued a campaign against the militants.
    Η κυβέρνηση έχει ενεργά επιδιώξει μια εκστρατεία κατά των μαχητών.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

militant (fr) αρσενικό