Μετάβαση στο περιεχόμενο

moneo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
moneo < memini < αρχαία ελληνική μέμονα

moneo (la)