Μετάβαση στο περιεχόμενο

monotonie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
monotonie monotonies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

monotonie (fr) θηλυκό