mwananchi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουαχίλι (sw) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mwananchi (sw) αρσενικό

  1. ο πολίτης, ο υπήκοος