Μετάβαση στο περιεχόμενο

mycose

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mycose mycoses

mycose (fr) θηλυκό