naïade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

naïade (fr) θηλυκό

  1. (στη μυθολογία) ναϊάδα
     συνώνυμα: nymphe
  2. (στη λογοτεχνία ή ειρωνικά) κολυμβήτρια
     συνώνυμα: baigneuse, nageuse
  3. είδος υδρόβιου φυτού