ναϊάδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναϊάδα ναϊάδες
γενική ναϊάδας ναϊάδων
αιτιατική ναϊάδα ναϊάδες
κλητική ναϊάδα ναϊάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναϊάδα < αρχαία ελληνική Ναϊάς < νάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναϊάδα θηλυκό

  • (μυθολογία) (κυρίως στον πληθυντικό) ναϊάδες: νύμφες των λιμνών και των ποταμών, που έδιναν το όνομά τους στις πηγές με τις οποίες συνδέονταν (Κρηνίδες, Ποταμίδες, Λιμνάδες ή Λιμνακίδες, Ελειονόμοι κ.λπ.)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]