Μετάβαση στο περιεχόμενο

negotiate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας negotiate
γ΄ ενικό ενεστώτα negotiates
αόριστος negotiated
παθητική μετοχή negotiated
ενεργητική μετοχή negotiating

negotiate (en)

  1. (αμετάβατο) διαπραγματεύομαι, προσπαθώ να φτάσω σε μια συμφωνία μέσω επίσημων διαπραγματεύσεων
    παράδειγμα  The government will not negotiate with terrorists.
    Η κυβέρνηση δεν θα διαπραγματευτεί με τρομοκράτες.
    παράδειγμα  We have been negotiating for more pay.
    Διαπραγματευόμαστε για υψηλότερες αμοιβές.
    παράδειγμα  They have refused to negotiate on this issue.
    Αρνήθηκαν να διαπραγματευτούν για αυτό το ζήτημα.
    παράδειγμα  The United States negotiated between the two sides.
    Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύτηκαν μεταξύ των δύο πλευρών.
    παράδειγμα  We are in a strong negotiating position.
    Βρισκόμαστε σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση.
    παράδειγμα  She has good negotiating skills.
    Διαθέτει καλές διαπραγματευτικές δεξιότητες.
  2. (μεταβατικό) διαπραγματεύομαι, κανονίζω ή συμφωνώ κάτι μέσω επίσημων διαπραγματεύσεων
    παράδειγμα  They will negotiate a deal/contract/treaty/settlement.
    Θα διαπραγματευτούν μια συμφωνία/σύμβαση/συνθήκη/διευθέτηση.
    παράδειγμα  We successfully negotiated the release of the hostages.
    Διαπραγματευτήκαμε με επιτυχία την απελευθέρωση των ομήρων.