negotiate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | negotiate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | negotiates |
| αόριστος | negotiated |
| παθητική μετοχή | negotiated |
| ενεργητική μετοχή | negotiating |
negotiate (en)
- (αμετάβατο) διαπραγματεύομαι, προσπαθώ να φτάσω σε μια συμφωνία μέσω επίσημων διαπραγματεύσεων
The government will not negotiate with terrorists.
- Η κυβέρνηση δεν θα διαπραγματευτεί με τρομοκράτες.
We have been negotiating for more pay.
- Διαπραγματευόμαστε για υψηλότερες αμοιβές.
They have refused to negotiate on this issue.
- Αρνήθηκαν να διαπραγματευτούν για αυτό το ζήτημα.
The United States negotiated between the two sides.
- Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύτηκαν μεταξύ των δύο πλευρών.
We are in a strong negotiating position.
- Βρισκόμαστε σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση.
She has good negotiating skills.
- Διαθέτει καλές διαπραγματευτικές δεξιότητες.
- (μεταβατικό) διαπραγματεύομαι, κανονίζω ή συμφωνώ κάτι μέσω επίσημων διαπραγματεύσεων
They will negotiate a deal/contract/treaty/settlement.
- Θα διαπραγματευτούν μια συμφωνία/σύμβαση/συνθήκη/διευθέτηση.
We successfully negotiated the release of the hostages.
- Διαπραγματευτήκαμε με επιτυχία την απελευθέρωση των ομήρων.