διαπραγματεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπραγματεύομαι < ελληνιστική κοινή διαπραγματεύομαι (: κερδίζω από εμπορική συναλλαγή) και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική négocier

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.pɾag.ma.tɛ.ˈvɔ.mɛ/

Ρήμα[επεξεργασία]

διαπραγματεύομαι

  1. συζητώ με κάποιον προκειμένου να καταλήξουμε σε κάποια οικονομική συμφωνία ή να λυθεί μια διαφορά μας, κάνω μια διαπραγμάτευση
  2. αναλύω, αναπτύσσω ένα επιστημονικό θέμα
     συνώνυμα: πραγματεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]