Μετάβαση στο περιεχόμενο

πραμάτεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πραμάτεια οι πραμάτειες
      γενική της πραμάτειας
    αιτιατική την πραμάτεια τις πραμάτειες
     κλητική πραμάτεια πραμάτειες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραμάτεια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πραμάτεια / πρα(γ)ματεία [1] (& πραματία)
ή < πραματ(ευτής) + -εια (αναδρομικός σχηματισμός)[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾaˈma.tça/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πραμάτεια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πραμάτεια θηλυκό

  • το εμπόρευμα, τα αγαθά που πουλούσε ένας πραματευτής
      Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.
    Μαίρη Μαγουλά, Κύματα του Βοσπόρου, αρχική δημοσίευση: (2015), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180303155, @google.gr/books

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις πράμα και πράγμα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. πραματευτής - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. πραμάτεια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραμάτεια < πραματεία (μετακίνηση τόνου)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πραμάτεια θηλυκό

  • μεταγενέστερη μορφή του πραματεία < πραγματεία  δείτε τη λέξη πραγματία
      17ος αιώνας Τρώιλος Ιωάννης-Ανδρέας, Βασιλεύς ο Ρωδολίνος, Γ 166
    τὴν πραμάτειαν του

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]