Μετάβαση στο περιεχόμενο

nerd

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nerd nerds

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nerd (en) (ανεπίσημο)

  • (μερικές φορές μειωτικό) ο σπασίκλας, η σπασίκλα, άτομο ευφυές ή με ειδικές γνώσεις σε ένα τομέα αλλά κοινωνικά αδέξιο, που το αποφεύγουν άλλοι

Συγγενικά

[επεξεργασία]