neuropsychiatre
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| neuropsychiatre | neuropsychiatres |
neuropsychiatre (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ο/η νευροψυχίατρος
| ενικός | πληθυντικός |
| neuropsychiatre | neuropsychiatres |
neuropsychiatre (fr) αρσενικό ή θηλυκό