Μετάβαση στο περιεχόμενο

neutralisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
neutralisation neutralisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

neutralisation (fr) θηλυκό