never
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]never (en) (χωρίς παραθετικά)
- δεν…ποτέ, καμία φορά, σε κανένα χρονικό διάστημα
almost never - σχεδόν ποτέ
I have never felt better in my whole life.
- Δεν έχω νιώσει ποτέ καλύτερα σε όλη μου τη ζωή.
I had never promised you a new bike.
- Ποτέ δε σου είχα υποσχεθεί νέο ποδήλατο.
My mom would never say something so mean.
- Η μαμά μου δε θα έλεγε ποτέ κάτι τόσο κακό.
Never ever have I seen him so tired.
- Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο κουρασμένο.
We meet at work, but never socially.
- Συναντιόμαστε στη δουλειά, αλλά ποτέ κοινωνικά.