Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποτέ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πότε

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποτέ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποτέ (αοριστολογικό επίρρημα «κάποτε»)[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈte/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποτέ

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ποτέ (χρονικό επίρρημα)

  1. (κυρίως χωρίς άρνηση) κάποια φορά, σε κάποιο χρονικό διάστημα
    (σε ερώτηση)
    παράδειγμα  Θα έρθεις ποτέ να μας δεις;
    (σε προτροπή)
    παράδειγμα  Παρακαλώ να μου πείτε, όσοι τον έχετε δει ποτέ να το κάνει αυτό.
     συνώνυμα: κάποτε, καμιά φορά
  2. (με άρνηση) καμία φορά, σε κανένα χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  Δεν θα έρθω ποτέ!
    παράδειγμα  Ποτέ δεν θα δούμε χαΐρι!
     συνώνυμα: ουδέποτε
     αντώνυμα: πάντα, πάντοτε

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ποτέ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ποτέ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)