πάντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάντα < μεσαιωνική ελληνική πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)

Επίρρημα[επεξεργασία]

πάντα χρονικό

  1. πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
    πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο
  2. πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
    να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

πάντα < ιταλική banda

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

πάντα θηλυκό

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

πάντα < αγγλική panda < από μια γλώσσσα του Νεπάλ

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

πάντα ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

πάντα