ταπετσαρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταπετσαρία ταπετσαρίες
γενική ταπετσαρίας ταπετσαριών
αιτιατική ταπετσαρία ταπετσαρίες
κλητική ταπετσαρία ταπετσαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ταπετσαρία < ιταλική tappezzeria < tappezziere < tappezzare < λατινικά *tapitiare < *tapitium < ελληνιστική κοινή ταπήτιον, υποκοριστικό τού αρχαία ελληνική τάπης (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταπετσαρία θηλυκό

  1. ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν εσωτερικούς τοίχους, χώρους μέσα σε ένα όχημα κ.λπ.
  2. ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν έπιπλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]