nimble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

nimble (en)

  1. ευκίνητος, σβέλτος όταν κινείται ή ενεργεί
  2. εύστροφος