Μετάβαση στο περιεχόμενο

nombre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nombre nombres

nombre (fr) αρσενικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nombre < nombr- + -e

Επίρρημα

[επεξεργασία]

nombre (eo)