nominee

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nominee (en)

  • ο υποψήφιος για μια θέση ή αξίωμα (που έχει προταθεί από άλλους)