Μετάβαση στο περιεχόμενο

nonchalance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nonchalance nonchalances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nonchalance (fr) θηλυκό