Μετάβαση στο περιεχόμενο

northwest

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
northwest < north + east

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός northwest
συγκριτικός further northwest / more northwest
υπερθετικός furthest northwest / most northwest

northwest (en)

  1. βορειοδυτικός, που βρίσκεται στο σημείο ορίζοντα μεταξύ βορρά και δύσης
    παράδειγμα  They live in the northwest United States.
    Ζουν στις βορειοδυτικές ΗΠΑ.
  2. βορειοδυτικός, που προέρχεται από τα βορειοδυτικά
    παράδειγμα  a northwest wind - βορειοδυτικός άνεμος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός northwest
συγκριτικός further northwest / more northwest
υπερθετικός furthest northwest / most northwest

northwest (en)

  1. βορειοδυτικά, προς τα βορειοδυτικά
    παράδειγμα  This room faces northwest.
    Αυτό το δωμάτιο βλέπει βορειοδυτικά/προς τα βορειοδυτικά.
  2. βορειοδυτικά, στα βορειοδυτικά
    παράδειγμα  They live ten miles northwest of Oxford.
    Ζουν δέκα μίλια βορειοδυτικά της Οξφόρδης.
    παράδειγμα  Northwest of the village there’s a forest.
    Στα βορειοδυτικά του χωριού υπάρχει ένα δάσος.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

northwest (en) (μόνο ενικός, συνήθως the northwest)

  • η βορειοδυτική περιοχή κάποιου μέρους
    παράδειγμα  It’s usually very dry in the northwest.
    Η βορειοδυτική περιοχή είναι συνήθως πολύ ξηρή./Στα βορειοδυτικά είναι συνήθως πολύ ξηρά.
    παράδειγμα  Greece borders Albania to the northwest.
    Η Ελλάδα συνορεύει βορειοδυτικά με την Αλβανία.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
northwestnorthnortheast
westeast
southwestsouthsoutheast